Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Η αλήθεια για το ρουσφέτι που κανείς δεν θέλει να πει καθαρά

Για να χτυπηθεί πραγματικά το ρουσφέτι, ο πολίτης πρέπει να πάψει να πιστεύει ότι χωρίς πολιτικό τηλέφωνο, χωρίς “μέσον”, δεν γίνεται δουλειά. Το ερώτημα, όμως, είναι απλό και αμείλικτο: πώς να πάψει να το πιστεύει αυτό, όταν στην Ελλάδα χωρίς μέσον δεν γίνεται δουλειά;
Ο πολίτης δεν πιστεύει στο “μέσον” επειδή είναι “πονηρός” ή “βολεμένος”. Το πιστεύει επειδή έχει μάθει εμπειρικά ότι το σύστημα έτσι δουλεύει. Ποτέ σχεδόν στην Ελλάδα, δεν βρίσκει κανείς δουλειά ή προκόβει επειδή έχει αξία. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η αξία, έχει αρνητικές επιπτώσεις. Στην αγορά εργασίας πρώτα σε ρωτάνε «ποιον ξέρεις» κι ύστερα «ποιος είσαι».

 
Σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο ισχύει και στη σχέση του πολίτη με τη διοίκηση. Ο πολίτης δεν αναζητά πάντοτε ένα παράνομο προνόμιο. Συχνά αναζητά κάτι πολύ πιο στοιχειώδες: να μη χαθεί ο φάκελός του, να απαντήσει κάποιος, να μη λιμνάσει η υπόθεσή του επί μήνες, να μη χρειαστεί αμέτρητες άσκοπες μετακινήσεις, να μη βρεθεί αντιμέτωπος με την αυθαίρετη “ερμηνεία” κάθε υπηρεσιακού παράγοντα.

Γι’ αυτό και όταν λέει «αν δεν πάρω τηλέφωνο, η δουλειά μου δεν θα προχωρήσει», πολύ συχνά περιγράφει την πραγματικότητα. Και όταν ο βουλευτής απαντά «να βοηθήσω τον άνθρωπο», συχνά δεν κάνει τίποτε άλλο από αυτό που θα όφειλε να έχει ήδη κάνει η υπηρεσία χωρίς μεσολάβηση.

Αν ένας πολίτης καταθέτει αίτηση και δεν γνωρίζει αν θα λάβει απάντηση σε πέντε ημέρες, σε δύο μήνες ή ποτέ, τότε το «να πάρω έναν γνωστό» δεν εμφανίζεται ως ηθική εκτροπή, αλλά ως λογική στρατηγική επιβίωσης μέσα σε ένα αναξιόπιστο κράτος.

Γι’ αυτό το ρουσφέτι δεν αντιμετωπίζεται με ηθικολογίες του τύπου «μη ζητάτε μέσον». Αυτού του είδους η ρητορική είναι υποκριτική και προσβλητική όταν το ίδιο το κράτος ωθεί τον πολίτη στην εξάρτηση από πολιτικές ή προσωπικές διασυνδέσεις. Το ρουσφέτι δεν θα σπάσει με νουθεσίες. Θα σπάσει μόνο όταν το κράτος αρχίσει να λειτουργεί ως κράτος.

Χρειάζεται, ωστόσο, μία κρίσιμη διάκριση. Δεν είναι κάθε προσφυγή σε βουλευτή ή πολιτικό πρόσωπο το ίδιο πράγμα. Υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις:

Περίπτωση Α — Θεμιτή παρέμβαση

Ο πολίτης λέει:
«Ζητώ αυτό που δικαιούμαι, αλλά το κράτος με αγνοεί. Γι’ αυτό καταφεύγω στον βουλευτή.»

Αυτό είναι απολύτως κατανοητό. Όταν η διοίκηση αδρανεί, καθυστερεί αδικαιολόγητα ή λειτουργεί αυθαίρετα, ο βουλευτής οφείλει να παρέμβει ώστε η υπηρεσία να πράξει το καθήκον της. Σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική παρέμβαση δεν είναι ρουσφέτι. Είναι πίεση υπέρ της νομιμότητας.

Περίπτωση Β — Πελατειακή παρέμβαση

Ο πολίτης λέει:
«Θέλω να περάσω μπροστά από άλλους επειδή έχω μέσον τον βουλευτή.»

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Εδώ δεν μιλάμε για αποκατάσταση δικαιώματος, αλλά για ιδιωτικοποίηση της ισονομίας. Και σε αυτή την περίπτωση, η ευθύνη του βουλευτή είναι βαρύτατη. Διότι δεν “βοηθά έναν άνθρωπο” — ακυρώνει τον κανόνα, αδικεί τους υπόλοιπους και αναπαράγει το πελατειακό κράτος.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε σοβαρά για την καταπολέμηση του ρουσφετιού, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να λέμε ψέματα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο πολίτης “έμαθε να ζητά εξυπηρετήσεις”. Το πρόβλημα είναι ότι το ίδιο το κράτος έχει μάθει να λειτουργεί επιλεκτικά. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, το “μέσον” δεν θα εκλείψει — θα παραμένει ο πιο αξιόπιστος μηχανισμός διεκπεραίωσης σε ένα αναξιόπιστο διοικητικό σύστημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου